Greek Armenian English French German Italian Russian Spanish

bg-banner-kerkyra1


- Α -


Αγγελοκρούζω = Φοβίζω

Ακατόπι = Αργότερα, Μεταγενέστερα

Άκλερος = Κακομοίρης

Ακλουθάω = Ακολουθώ

Αλάκερος = Ολόκληρος

Αλικουρνίζομαι = Ανακατεύομαι

Αλιμάνκου = Τουλάχιστον

Αμολέρνω (=Απολέρνω)= Ελευθερώνω, Χαλαρώνω

Αμπωσιά = Σπρωξιά

Αναρίτσιο = Ανατριχίλα

Απίκουπα = Ανάποδα

Αποκορομένος = Αποκοιμισμένος

Άστα = Σηκώσου

Ατζαρδόζος = Θρασύς, Επιτήδειος

- Β -

Βαντάκα = Δέμα τυλιγμένο σε ύφασμα

Βαριόμαι= Πλήττω

Βατσέλα = Λεκάνη

Βεργέτα = Σκουλαρίκι

Βέστα = Γυναικείο φόρεμα

Βήσαλο = Θράυσμα από κεραμίδι

Βίτσα = Βέργα

Βιάτζο = Διαδρομή

Βουρλίζομαι = Τρελαίνομαι

Βουρδούλισμα = Ανάρμοστη πράξη

Βουτούμι = Έλος

- Γ -

Γαλούφος = Κόλακας

Γδόνω = Επιμηκύνω

Γιακέτα = Ανδρικό σακάκι

Γκαρίζω = Ογκανίζω , Μεταφ, σε άτομα κραυγάζω

Γλέπω = Βλέπω

Γκόγκλα = Στροφή

Γκρούζω = Γουργουρίζω

Γοδαμέντο = Διασκέδαση

Γοδέμπελος = Πρόσχαρος

Γράβαλος = Τσουγκράνα

Γρατζαούλια = Ακανόνιστη γραφή

- Δ -

Διπλάρα = Η θήλυ που γεννά δίδυμα

Δουράω = διατηρούμαι

Δείλια = Εξάντληση από κούραση, πείνα

Δεστεμέλι = Ζώνη

Δεσπέτο = Πείσμα

Διάφορο = Κέρδος

Διάσκατζος = Διάβολος

Δροσιά = Στάχτη ξύλων

- Ε -

Έγκαψη = Διακαής πόθος, επιθυμία

Έγνοια = Μέριμνα

Επιδεξέβομαι = Έχω την απαιτούμενη ικανότητα

Eυκέλιο = Ευχέλεον

Εφταπαντιέρης = Ασταθής (Ιδιαίτερα στα πολιτικά φρονήματα)

Έχας = Για ιδιοκτησία, για διαρκεια

- Ζ -

Ζάμπα = Φρύνος

Ζόρκος = Γυμνός, μεταφ.= Φτωχός

Ζοφός = Ατροφικός, Καχεκτικός

Ζυάζω = Ζυγίζω

Ζυμαρώνω = Δωροδοκώ

- Η -

Ηλιοκαμπίδα = Ηλιοφώτιστο μέρος

Ημεροζωή = Ήσυχη ζωή

- Θ -

Θαμπομάρα = Αμβλυωπία (θάμβος)

Θανατίτας = Θανατηφόρα ασθένεια (κυρίως για ζώα)

Θιάμα = Θαύμα

Θιαμάσμα = Θαυμασμός

Θίναλο = Αμμουδιά, παραθαλάσσιος χώρος

Θολίθρι = Θολός, Ορίζοντας με υγρασία

Θράψη = Καταστροφή

Θράκουνο = Αναμμένο κάρβουνο

Θρονιάζομαι = Καλοκάθομαι

Θυμητικό = Μνήμη

- Ι -

Ινιοραντιά = Συμπεριφορά επιδεικτηκού

Ινμπάντο = Εγκατάληψη

Ινπούμπλικο = Φανερά, Απροκάλυπτα

Ινπούντο = Ακριβώς

Ιντερέσο = Κέρδος, Ενδιαφέρον

Ινκάντο = Δημοπρασία

Ιντιέρος = Ολόκληρος, Ακέραιος

Ιπιπί = Επιφώνημα αηδίας

Ισκιόνομαι = Προσβάλομαι από τον «ίσκιο» (κακό πνεύμα)

Ισκνός = Λεπτός, Άπαχος

- Κ -

Καδίνα = Αλυσίδα ( και Χρυσό κόσμημα)

Κάδρο = Τετράγωνο πλέσιο φωτογραφίας

Καένας = Κανένας

Κάζο = Συμβάν

Κάθαρος = Εργασία αποψύλωσης εδάφους

Κάκα = Περιπτώματα

Καλού - Κακού = Για κάθε ενδεχόμενο

Καμπούλα = Ομίχλη

Καναλέτο = Αποχετευτικός αγωγός

Κανιζέλα = Φωταγωγός

Καποντεφιόρι = Κουνουπίδι

Κάρλακας = Βάτραχος

Καψίωνω = Ζεστένομαι υπερβολικά

Κογιονάρω = Εμπαίζω κάποιον

Κοντάρω = Διηγούμαι

Κοντροστάρω = Αμφισβητώ, Εναντιώνομαι

Κουμάντο = Διοίκηση, Πρωτοβουλία

Κουμέσος = Εντολοδόχος

- Λ -

Λαμπάντε = Διαυγής, Αθώος

Λαμπόρδα = Επιδεικτική γυναίκα

Λατόνι = Δοχείο νερού ή κρασιού

Λέχασμα = Λαχάνιασμα

Λιγγιό = Λόξυγκας

Λίμπα = Τα έσπασε

Λινιά = Χοντρός σπάγγος

Λίσα = Στενομακρο και χαμηλό τετράτροχο κάρο

Λογοδίνω = Υπόσχομαι γάμο

Λουμάκι = Νεαρός βλάστος δέντρου

- Μ -

Μαϊκό = Μαγικό

Μαϊνάδος = Κατευνασμένος

Μακαροντσίνι = Κοφτό μακαρονάκι

Μαρκάς = Αγορά

Μαρτίνα = Θυληκό πρόβατο

Μεντάρω = Επιδιορθώνω

Μίνα = Υπόγεια σύραγγα

Μόμολα = Πίθηκος

Μορόζος = Εραστής (συνήθως παράνομου δεσμού)

Μόστακας = Ακρίδα

Μοστρα = Προθήκη καταστήματος

Μπαρλάκος = Ανήσυχος, άτακτος

Μπαρτζολέτα = Αστείο, Φάρσα, Αστεϊσμός

Μπομπαπιάτσας = Πομπώδης, Καυχησιάρης, Επιδεικτικός

- Ν -

Νιάκα = Ούτε

Νιοράντες = Φιγουρατζής, επιδεικτικός

Νόννα = Γιαγιά

Νταλαβέρι = Συναλλαγή

Ντεφετάδος = Ασθενικός, ελλατωματικός

Ντρυμώνω = Κρύβω

Νόντολος = Νεωκόρος

Ντυμασιά = Ενδυμασία

- Ξ -

Ξαφόρμιση = Δικαιολογία

Ξεβδέλωμα = Ξεχαρβλαλωμα

Ξεματώνω = Αιμάτωνω

Ξεποχτίζω = Χάνω ότι είχα αποκτήσει

Ξεροσφύρι = Κρασί χωρίς μεζέ

Ξυλοπάντουρο = Ξύλινος μεσότοιχος

- Ο -

Ογρός = Μουσκεμένος

Ούλτιμο = Έσχατο σημείο, τελευταία στιγμή

Ουμπία = Πρόληψη

Όχτρητα = Έχθρα

Οχτωβρίνι = Χρυσάνθεμο

- Π -

Παπανός = Πράος, Ταπεινός, Σιγομίλητος

Παράφορμος = Ιδιότροπος, Γκρινιάρης

Πασέγκιο = Περίπατος, Άσκοπο περπάτημα

Παστρόκιο = Δόλιο ανακάτεμα, κόλπο

Πάτι = Εγγύηση

Πατσάδι = Κατάξερο

Πατσίμιο = Πειραχτήρι, Άταχτο αγόρι

Πείλιο = Περισσότερο

Πεντάμι = Ολάνοιχτα

Περσέμολο = Μαϊντανός

Πιαζέβελος = Εύχρηστος

Πιδόκα = Ψείρα

Πίρολα = Χάπι κυρίως δηλητηριώδες

Πλαντρώνα = Γυναίκα μεγαλόσωμη και Ενεργητική, μεταφ,= Οκνηρή

Πόλβερη = Πούδρα, Μπαρούτι

Πολπέτα = Κεφτές

Ποστίτσιος = Ψέυτικος, Προσωρινός

Πρεμούρα = Βιασύνη, Εξαναγκασμός

Πρεσαπόκο = Περίπου

 

- Ρ -

Ράμα = Κλωστή

Ρεμεσιέρης = Επιπλοποιός

Ριγανέλο = Λεπτό σχοινί

Ρουβινάτσα = Μπάζα

Ρούγα = Αυλή

Ρούμπος = Μεγάλη μπουκιά

Ρούτσι = Ιδιοτροπία, Ισχυρογνωμοσύνη.

- Σ -

Σγόρνα = Υδροροή

Σείντα = Όταν, Σαν

Σέστο = Νοικοκύρεμα

Σιμπουίρω = Διαλύω, Αποσυνθέτω

Σκάνιο = Καρέκλα

Σκάρσο = Ελλιποβαρές

Σκατζιά = Ράφι

Σκιαζούρι = Σκιάχτρο

Σκουράτζος = Ρέγγα αλίπαστη

Σμπαρλάδος = Ανισόρροπος

Σοσπέτο = Υπόνοια

Σπαβέντο = Φόβος

Σπιτσερικά = Μπαχαρικά

Σταγκωτής = Κασσιτερωτής, Γανωτής

Στεναριτσιό = Πείσμα, Ισχυρογνωμοσύνη, Δυστροπία

Στιβάλι = Μπότα

Συνέριο = Ρίγος

Σφάλι = Πώμα

Σφατσέλο = Ατύχημα, Καταστροφή

- Τ -

Ταβουλομέσαλο / Τοβάλια = Τραπεζομάντιλο

Ταμίζο = Κόσκινο οικοδομών

Τάταλο = Χουρμάς

Τετερίζω = Θροώ

Τζίτζιρας = Τζίτζικας

Τουβαέλι = Πετσέτα φαγητού

Τούρη = Πύργος, Στενό και ψηλό σπίτι

Τραγκέτο = Διάπλους

Τράφιγο = Εμπόριο

Τριτσάνα = Τριήμερος πυρετός

Τσαντσαμίνι = Γιασεμί

Τσαπόνι = Κασμάς

Τσαφαλιά = Ζημιά

Τσέτο = Δώρο

Τσιμπίμπο = Αποξηραμένη άσπρη σταφίδα

- Υ -

Ύστερο = Τελευταίο

- Φ -

Φελάω = Αξίζω, έχω προσόντα

Φερτσάδα = Μάλλινη κουβέρτα

Φλέστρης = Άχυρο

Φόσα = Τάφρος

Φουμάδα = Έξαψη

- Χ -

Χάπατο = Ανόητος

Χεζούρης = Δειλός

Χερκό = Έναρξη εργασίας

Χλόμπαρης = Ζαβολιάρης

Χόλεμα = Θυμός

- Ψ -

Ψένω = Ψήνω

Ψυχρώνομαι = Συναχώνομαι

- Ω -

Ωγνίστρα = Τζάκι

- ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ -

Έβγαλε το μούτρο του από το στράϊστρο = Πήρε θάρρος

Είναι στιά και λαμπατίνα = Πολύ κακός και επικίνδυνος

Έχει τα αγγελικά του = Είναι θυμωμένος στρυφνός

Την εκουτούπιασε = Την αποπλάνησε

Τρώγεται με τα σκουτιά του = Είναι ιδιότροπος

Κάμε κόντο = Υπολόγισε
Share